- παραγωγιάζω
- παραγωγ-ιάζω,A levy toll on ships visiting a port, τινας Plb.3.2.5, 4.44.4 and 46.6.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
παραγωγιάζω — Α [παραγώγιον] απαιτώ ή εισπράττω λιμενικό φόρο από τα πλοία που διέρχονται από λιμάνι μου («ἀποστῆναι τοῡ παραγωγιάζειν τοὺς πλέοντας εἰς τὸν Πόντον», Πολ.) … Dictionary of Greek
παραγωγιάζειν — παραγωγιάζω levy toll on ships visiting a port pres inf act (attic epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)